Μέρος 2: Η μέρα που κατάλαβα ότι δεν ήμουν πια καλεσμένη… αλλά ανεπιθύμητη
Η πόρτα έκλεισε πίσω από τον Ντάνιελ.
Άκουσα το αυτοκίνητό του να απομακρύνεται αργά από το σπίτι, ώσπου ο ήχος χάθηκε εντελώς.
Έμεινα για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάζω από το παράθυρο.
Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα όσα είχα νιώσει τις τελευταίες μέρες ήταν απλώς ιδέες του μυαλού μου.
«Η Κλερ είναι κουρασμένη», έλεγα μέσα μου.
«Είναι δύσκολο να έχεις έναν ηλικιωμένο άνθρωπο στο σπίτι σου.»
Ήθελα τόσο πολύ να την καταλάβω.
Δεν ήθελα να δημιουργήσω προβλήματα στον γιο μου.
Εκείνο το πρωινό έμεινα ήσυχη στο δωμάτιό μου.
Διάβασα λίγο.
Πήρα τα φάρμακά μου.
Έκανα τις ασκήσεις που μου είχε δείξει ο φυσικοθεραπευτής.
Προσπαθούσα να αποδείξω, κυρίως στον εαυτό μου, ότι μπορούσα να τα καταφέρω χωρίς να ενοχλώ κανέναν.
Λίγο πριν το μεσημέρι βγήκα αργά από το δωμάτιο.
Το ισχίο μου πονούσε ακόμη, αλλά κάθε μέρα ήταν λίγο καλύτερα.
Η Κλερ στεκόταν στην κουζίνα.
Έφτιαχνε καφέ χωρίς να με κοιτάξει.
«Καλημέρα», της είπα χαμογελώντας.
«Καλημέρα», απάντησε ψυχρά.
Ούτε ένα βλέμμα.
Ούτε ένα χαμόγελο.
Ένιωσα ξανά εκείνη την αόρατη απόσταση να μεγαλώνει ανάμεσά μας.
Το μεσημεριανό ήταν σχεδόν σιωπηλό.
Προσπάθησα να ξεκινήσω κουβέντα.
Τη ρώτησα για τη δουλειά της.
Για τα σχέδιά τους.
Για τον κήπο που ετοίμαζαν.
Οι απαντήσεις της ήταν μονολεκτικές.
Σαν να περίμενε απλώς να τελειώσει το φαγητό.
Όταν σηκώθηκα αργά για να πάω το πιάτο μου στον νεροχύτη, εκείνη αναστέναξε δυνατά.
«Αφήστε το… θα το κάνω εγώ.»
Στάθηκα αμήχανη.
«Δεν θέλω να σε επιβαρύνω.»
Με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια.
«Είναι λίγο αργά γι' αυτό, δεν νομίζετε;»
Τα λόγια της με χτύπησαν σαν μαχαίρι.
Δεν απάντησα.
Έσκυψα το κεφάλι και γύρισα στο δωμάτιό μου.
Για πρώτη φορά από τότε που ήρθα, έκλαψα σιωπηλά.
Όχι από τον πόνο της επέμβασης.
Αλλά από εκείνη τη φράση.
«Είναι λίγο αργά γι' αυτό.»
Το ίδιο βράδυ άκουσα την Κλερ να μιλάει στο τηλέφωνο.
Δεν ήθελα να κρυφακούσω.
Περνούσα απλώς από τον διάδρομο με τον περιπατητήρα μου.
Τότε άκουσα τη φωνή της.
«Δεν αντέχω άλλο.»
Σταμάτησα χωρίς να το καταλάβω.
«Δεν μπορώ να ζω έτσι… όλο το σπίτι έχει αλλάξει.»
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά.
«Ναι… ο Ντάνιελ επιμένει ότι είναι προσωρινό… αλλά ποιος ξέρει πόσο θα κρατήσει.»
Έκλεισα αμέσως την πόρτα του δωματίου μου.
Δεν άντεχα να ακούσω περισσότερα.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου.
Ίσως πράγματι ήμουν βάρος.
Ίσως να είχα μείνει περισσότερο απ' όσο έπρεπε.
Το επόμενο πρωί προσπάθησα να τηλεφωνήσω στον Ντάνιελ.
Δεν απάντησε.
Μου έστειλε μήνυμα λίγα λεπτά αργότερα.
«Είμαι σε σύσκεψη, μαμά. Θα σε πάρω μόλις μπορέσω.»
Δεν ήθελα να τον ανησυχήσω.
Έγραψα μόνο:
«Μην βιάζεσαι. Όλα καλά.»
Έσβησα τουλάχιστον δέκα φορές ένα άλλο μήνυμα.
Ήθελα να του πω τι ένιωθα.
Αλλά δεν το έστειλα ποτέ.
Δεν ήθελα να δημιουργήσω προβλήματα στον γάμο του.
Το απόγευμα η Κλερ μπήκε στο δωμάτιό μου.
Δεν κάθισε.
Έμεινε όρθια δίπλα στην πόρτα.
Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα.
Η φωνή της ήταν ψυχρή.
«Πρέπει να μιλήσουμε.»
Ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι.
«Βεβαίως.»
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί.»
Την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
«Τι εννοείς;»
«Δεν είμαι φτιαγμένη για να φροντίζω κάποιον όλη μέρα.»
Έμεινα σιωπηλή.
«Έχω δουλειά. Έχω τη ζωή μου. Έχω τις υποχρεώσεις μου.»
Κάθε της λέξη γινόταν όλο και πιο βαριά.
«Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να πάτε σε ένα κέντρο αποκατάστασης ή σε κάποιον χώρο φροντίδας ηλικιωμένων μέχρι να αναρρώσετε.»
Για μια στιγμή νόμιζα πως δεν είχα ακούσει σωστά.
«Θέλεις... να φύγω;»
Δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο.
«Ναι.»
Η λέξη της έπεσε σαν πέτρα μέσα στην ψυχή μου.
«Δεν μπορώ άλλο.»
Έμεινα να την κοιτάζω χωρίς να βρίσκω λέξεις.
Πίστευα ότι το σπίτι του γιου μου ήταν και λίγο δικό μου.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως για την Κλερ ήμουν απλώς μια ανεπιθύμητη επισκέπτρια.
Το ίδιο βράδυ, μόνη μέσα στο δωμάτιό μου, έβγαλα αργά τη βαλίτσα από την ντουλάπα.
Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς δίπλωνα τα ρούχα μου.
Δεν ήξερα πού θα πήγαινα.
Δεν ήξερα αν μπορούσα καν να περπατήσω αρκετά ώστε να επιστρέψω στο δικό μου σπίτι.
Ήξερα μόνο ένα πράγμα.
Δεν ήθελα να μείνει κανείς δίπλα μου από υποχρέωση.
Κι όμως…
δεν είχα ιδέα ότι λίγες ώρες αργότερα, ένα απρόσμενο τηλεφώνημα θα άλλαζε τα πάντα και θα αποκάλυπτε στον Ντάνιελ μια αλήθεια που κανείς δεν περίμενε.
(Συνεχίζεται στο Μέρος 3 – Η συγκλονιστική κατάληξη.)

0 comments:
Post a Comment